eligible
e
ˈɛ
e
li
li
gi
ʤɪ
ji
ble
bəl
bēl
intelligibleunintelligible

Ορισμός και σημασία του "eligible"στα αγγλικά

01

επιλέξιμος, κατάλληλος

possessing the right to do or have something because of having the required qualifications 

entitled

due

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most eligible
συγκριτικός βαθμός
more eligible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
qualification, rights, criteria
Παραδείγματα
To apply for the scholarship, students must meet the eligible criteria regarding their academic performance. 

Για να υποβάλουν αίτηση για τη υποτροφία, οι φοιτητές πρέπει να πληρούν τα επιλέξιμα κριτήρια σχετικά με την ακαδημαϊκή τους επίδοση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

eligibility
ineligible
eligible
elig
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store