Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to desolate
01
θλίβω, καταθλίβω
to make someone feel extremely miserable and unhappy
Transitive: to desolate sb
Παραδείγματα
The loss of her parents desolated her.
Η απώλεια των γονιών της την κατέστρεψε.
02
εξοντώνω, καταστρέφω
to make a place appear bleak, deserted, or abandoned
Transitive: to desolate a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
desolate
γ΄ ενικό πρόσωπο
desolates
ενεστώτα μετοχή
desolating
απλός αόριστος
desolated
παθητική μετοχή
desolated
Παραδείγματα
The storm desolated the coastal town, leaving behind only ruins.
Η καταιγίδα κατέστρεψε την παραθαλάσσια πόλη, αφήνοντας πίσω της μόνο ερείπια.
03
ερημώνω, καταστρέφω
to cause widespread and complete destruction
Transitive: to desolate sth
Παραδείγματα
The wildfire desolated the forest, leaving nothing but ash and charred trees.
Η πυρκαγιά κατέστρεψε το δάσος, αφήνοντας τίποτα παρά στάχτη και καμμένα δέντρα.
04
εγκαταλείπω, απομακρύνω
to forsake or abandon a place or person
Transitive: to desolate a person or place
Παραδείγματα
He desolated his childhood home, walking away without a second thought.
Εγκατέλειψε το σπίτι της παιδικής του ηλικίας, φεύγοντας χωρίς δεύτερη σκέψη.
desolate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most desolate
συγκριτικός βαθμός
more desolate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The abandoned house stood in a desolate state, with broken windows and overgrown weeds.
Το εγκαταλειμμένο σπίτι στέκονταν σε μια ερημική κατάσταση, με σπασμένα παράθυρα και αγριόχορτα.
Παραδείγματα
After her best friend moved away, she felt desolate and struggled to find joy in her daily routine.
Αφού η καλύτερή της φίλη μετακόμισε, ένιωσε έρημη και δυσκολευόταν να βρει χαρά στην καθημερινή της ρουτίνα.
Λεξικό Δέντρο
desolation
desolate



























