Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to desolate
01
θλίβω, καταθλίβω
to make someone feel extremely miserable and unhappy
Transitive: to desolate sb
Παραδείγματα
Failure to achieve his lifelong dream desolated him with a sense of hopelessness.
Η αποτυχία να επιτύχει το όνειρο της ζωής του τον κατέστρεψε με μια αίσθηση απελπισίας.
02
εξοντώνω, καταστρέφω
to make a place appear bleak, deserted, or abandoned
Transitive: to desolate a place
Παραδείγματα
The once-thriving neighborhood was desolated after the factory moved away.
Η κάποτε ακμάζουσα γειτονιά έγινε ερημική μετά τη μετακόμιση του εργοστασίου.
03
ερημώνω, καταστρέφω
to cause widespread and complete destruction
Transitive: to desolate sth
Παραδείγματα
The industrial explosion desolated the nearby buildings, causing widespread chaos.
Η βιομηχανική έκρηξη κατέστρεψε τα κοντινά κτίρια, προκαλώντας ευρεία χάος.
04
εγκαταλείπω, απομακρύνω
to forsake or abandon a place or person
Transitive: to desolate a person or place
Παραδείγματα
The king desolated his kingdom, retreating to a distant land in search of peace.
Ο βασιλιάς εγκατέλειψε το βασίλειό του, υποχωρώντας σε μια μακρινή γη σε αναζήτηση ειρήνης.
desolate
Παραδείγματα
He found himself in a desolate alley, silent and shadowed.
Βρέθηκε σε ένα ερημικό σοκάκι, σιωπηλό και σκιασμένο.
Παραδείγματα
In the desolate aftermath of the breakup, he found it hard to imagine ever feeling happy again.
Στην ερημική περίοδο μετά το χωρισμό, του ήταν δύσκολο να φανταστεί ότι θα αισθανόταν ευτυχισμένος ξανά.
Λεξικό Δέντρο
desolation
desolate



























