Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lonely
01
μοναχικός, μόνος
feeling unhappy due to being alone or lacking companionship
Παραδείγματα
Even in a crowd, she sometimes felt lonely and disconnected.
Ακόμα και στο πλήθος, μερικές φορές αισθανόταν μοναξιά και αποσυνδεδεμένη.
02
μοναχικός, μονόχαρος
alone and without companionship
Παραδείγματα
Those lonely hours made him reflect on his life.
Εκείνες οι μοναχικές ώρες τον έκαναν να σκεφτεί τη ζωή του.
Παραδείγματα
The tiny village, set on a lonely island, was accessible only by a small boat that rarely came.
Το μικροσκοπικό χωριό, που βρισκόταν σε ένα μοναχικό νησί, ήταν προσβάσιμο μόνο με μια μικρή βάρκα που σπάνια έρχονταν.
Λεξικό Δέντρο
loneliness
lonely
lone



























