lonely
lone
ˈloʊn
λουν
ly
li
λι
British pronunciation
/ˈləʊnli/

Ορισμός και σημασία του "lonely"στα αγγλικά

01

μοναχικός, μόνος

feeling unhappy due to being alone or lacking companionship
lonely definition and meaning
example
Παραδείγματα
Even in a crowd, she sometimes felt lonely and disconnected.
Ακόμα και στο πλήθος, μερικές φορές αισθανόταν μοναξιά και αποσυνδεδεμένη.
02

μοναχικός, μονόχαρος

alone and without companionship
example
Παραδείγματα
Those lonely hours made him reflect on his life.
Εκείνες οι μοναχικές ώρες τον έκαναν να σκεφτεί τη ζωή του.
03

απομονωμένος, έρημος

(of a place) isolated, remote, and lacking human presence
example
Παραδείγματα
The tiny village, set on a lonely island, was accessible only by a small boat that rarely came.
Το μικροσκοπικό χωριό, που βρισκόταν σε ένα μοναχικό νησί, ήταν προσβάσιμο μόνο με μια μικρή βάρκα που σπάνια έρχονταν.

Λεξικό Δέντρο

loneliness
lonely
lone
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store