Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deglaze
01
απογλασώνω, καθαρίζω το τηγάνι προσθέτοντας υγρό
to dissolve and loosen cooked food particles from the bottom of a pan by adding liquid, often wine, broth, or stock, during cooking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deglaze
γ΄ ενικό πρόσωπο
deglazes
ενεστώτα μετοχή
deglazing
απλός αόριστος
deglazed
παθητική μετοχή
deglazed
Παραδείγματα
After searing the steak, the chef used red wine to deglaze the pan, creating a flavorful sauce.
Μετά το ψήσιμο της μπριζόλας, ο σεφ χρησιμοποίησε κόκκινο κρασί για απολιπαίνει το τηγάνι, δημιουργώντας μια γευστική σάλτσα.
Λεξικό Δέντρο
deglaze
glaze



























