Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Degenerate
01
εκφυλισμένος, διεστραμμένος
a person whose behavior deviates from what is acceptable especially in sexual behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
degenerates
to degenerate
01
εκφυλίζομαι, χειροτερεύω
grow worse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
degenerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
degenerates
ενεστώτα μετοχή
degenerating
απλός αόριστος
degenerated
παθητική μετοχή
degenerated
degenerate
01
εκφυλισμένος, παρακμιακός
having deteriorated or declined in quality, value, or condition from an original or better state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most degenerate
συγκριτικός βαθμός
more degenerate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The degenerate values promoted by some media outlets were criticized for their negative influence on society.
Οι εκφυλισμένες αξίες που προωθούνται από ορισμένα μέσα ενημέρωσης επικρίθηκαν για την αρνητική τους επιρροή στην κοινωνία.
02
εκφυλισμένος, μοναδικός
(of a matrix) having a determinant that is zero and does not have full rank
Παραδείγματα
The system of equations could not be solved uniquely because the coefficient matrix was degenerate.
Το σύστημα εξισώσεων δεν μπορούσε να λυθεί μοναδικά επειδή ο πίνακας συντελεστών ήταν εκφυλισμένος.



























