degraded
deg
ˈdɪg
dig
ra
reɪ
rei
ded
dɪd
did
gradedaidedjadedfaded

Ορισμός και σημασία του "degraded"στα αγγλικά

01

ακόλαστος, ανήθικος

unrestrained by convention or morality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most degraded
συγκριτικός βαθμός
more degraded
διαβαθμίσιμο
02

υποβαθμισμένος, χαμηλωμένος σε αξία

lowered in value 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store