Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defuse
01
αποσυμπιέζω, ηρεμώ
to make a situation less tense or dangerous by calming emotions or reducing the likelihood of conflict or violence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
defuses
ενεστώτα μετοχή
defusing
απλός αόριστος
defused
παθητική μετοχή
defused
Παραδείγματα
The negotiator defuses the tense situation by speaking calmly and offering compromises.
Ο διαπραγματευτής αποσυμπιέζει την τεταμένη κατάσταση μιλώντας ήρεμα και προσφέροντας συμβιβασμούς.
Λεξικό Δέντρο
defusing
defuse
fuse



























