to defuse
de
di:
ντι
fuse
ˈfju:z
φγουζ
refusebruiserecusesnooze

Ορισμός και σημασία του "defuse"στα αγγλικά

to defuse
01

αποσυμπιέζω, ηρεμώ

to make a situation less tense or dangerous by calming emotions or reducing the likelihood of conflict or violence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
defuses
ενεστώτα μετοχή
defusing
απλός αόριστος
defused
παθητική μετοχή
defused
Παραδείγματα
The negotiator defuses the tense situation by speaking calmly and offering compromises. 

Ο διαπραγματευτής αποσυμπιέζει την τεταμένη κατάσταση μιλώντας ήρεμα και προσφέροντας συμβιβασμούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

defusing
defuse
fuse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store