to defuse
Pronunciation
/dɪfˈjuz/

Ορισμός και σημασία του "defuse"στα αγγλικά

to defuse
01

αποσυμπιέζω, ηρεμώ

to make a situation less tense or dangerous by calming emotions or reducing the likelihood of conflict or violence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
defuses
ενεστώτα μετοχή
defusing
απλός αόριστος
defused
παθητική μετοχή
defused
Παραδείγματα
Tomorrow, the crisis management team will defuse any potential conflicts that arise during the protest.
Αύριο, η ομάδα διαχείρισης κρίσεων θα απορρυθμίσει τυχόν πιθανές συγκρούσεις που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης.

Λεξικό Δέντρο

defusing
defuse
fuse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store