Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defuse
01
αποσυμπιέζω, ηρεμώ
to make a situation less tense or dangerous by calming emotions or reducing the likelihood of conflict or violence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
defuses
ενεστώτα μετοχή
defusing
απλός αόριστος
defused
παθητική μετοχή
defused
Παραδείγματα
Tomorrow, the crisis management team will defuse any potential conflicts that arise during the protest.
Αύριο, η ομάδα διαχείρισης κρίσεων θα απορρυθμίσει τυχόν πιθανές συγκρούσεις που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης.
Λεξικό Δέντρο
defusing
defuse
fuse



























