to crease
crease
kri:s
kris
ceasecreatecreese

Ορισμός και σημασία του "crease"στα αγγλικά

to crease
01

τσαλακώνω, διπλώνω

to cause a wrinkle or indentation on a surface 
Transitive: to crease a surface
to crease definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crease
γ΄ ενικό πρόσωπο
creases
ενεστώτα μετοχή
creasing
απλός αόριστος
creased
παθητική μετοχή
creased
Παραδείγματα
The artist creased the canvas to add depth and texture to the painting. 

Ο καλλιτέχνης τσάκισε τον καμβά για να προσθέσει βάθος και υφή στη ζωγραφική.

02

τσαλακώνω, διπλώνω

to develop a line or lines, typically as a result of folding, bending, or pressure 
Intransitive
Παραδείγματα
Over time, the leather jacket started to crease at the elbows, showing signs of wear and use. 

Με το πέρασμα του χρόνου, το δερμάτινο σακάκι άρχισε να τσαλακώνεται στους αγκώνες, δείχνοντας σημάδια φθοράς και χρήσης.

03

τσαλακώνω, διπλώνω

to create a temporary line or fold in the skin, typically as a result of facial expression or emotion 
Transitive: to crease one's facial features
Παραδείγματα
His smile creased his cheeks, revealing deep dimples on either side of his face. 

Το χαμόγελό του τσάκισε τα μάγουλά του, αποκαλύπτοντας βαθιά λακκάκια και στις δύο πλευρές του προσώπου του.

04

γρατσουνίζω, ξύνω

to make a shallow cut or scrape on a surface 
Transitive: to crease a surface
Παραδείγματα
As he slid across the pavement, he creased his knee, leaving a small abrasion. 

Καθώς γλίστρησε στο πεζοδρόμιο, γδάρει το γόνατό του, αφήνοντας μια μικρή εκδήλωση.

01

κρις, μαλαϊκό στιλέτο με κυματιστή λεπίδα

a Malayan dagger with a wavy blade 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
creases
02

πτυχή, ρυτίδα

a slight depression or fold in the smoothness of a surface 
03

πτυχή, ρυτίδα

an angular or rounded shape made by folding 
04

ο κύκλος του τέρματος, η περιοχή του τέρματος

a marked area near the goal, especially in hockey or lacrosse 
Παραδείγματα
The goalie stayed within the crease to block the shot. 

Ο τερματοφύλακας παρέμεινε μέσα στην περιοχή τέρματος για να αποκρούσει τη σουτ.

05

πτυχή, γραμμή του μπατσμαν

(cricket) a line marked on the pitch that defines the area within which a batsman must stand to be safe from being run out 
Παραδείγματα
The batsman must reach the crease to avoid being run out. 

Ο μπατομαν πρέπει να φτάσει στο crease για να αποφύγει να τρεχόντως αποκλειστεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store