Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Creamery
01
γαλακτοκομείο, τυροκομείο
a place, such as a factory, where dairy products, including butter and cheese, are prepared or sold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
creameries
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
creamery
cream



























