creamery
crea
ˈkri
κρι
me
μερ
ry
ri
ρι
/kɹˈiːməɹi/

Ορισμός και σημασία του "creamery"στα αγγλικά

01

γαλακτοκομείο, τυροκομείο

a place, such as a factory, where dairy products, including butter and cheese, are prepared or sold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
creameries
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store