Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Creamer
01
δημιουργός κρέμας, σταμνάκι γάλακτος
a small pitcher or jug, usually with a spout and a handle, used for serving cream or milk alongside coffee or tea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
creamers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
creamer
cream



























