Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trouble
01
πρόβλημα, δυσκολία
the fact or situation of causing a difficulty
02
πρόβλημα, δυσκολία
a difficult or problematic situation that can cause stress, anxiety or harm
Παραδείγματα
The company faced legal trouble after it was discovered they had violated several regulations.
Η εταιρεία αντιμετώπισε νομικά προβλήματα αφού ανακαλύφθηκε ότι είχε παραβιάσει αρκετούς κανονισμούς.
03
πρόβλημα, δυσκολία
an angry disturbance
04
πρόβλημα, δυσκολία
an event causing distress or pain
05
πρόβλημα, ταλαιπωρία
an effort that is inconvenient
06
αγωνία, άγχος
a strong feeling of anxiety
07
πρόβλημα, ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη
an unwanted pregnancy
08
ασθένεια, πόνος
illness or pain
to trouble
01
προκαλώ προβλήματα, ανησυχώ
to create problems for someone, resulting in hardship
Transitive: to trouble sb
Παραδείγματα
The ongoing health issues troubled her, affecting both her physical and mental well-being.
Τα συνεχιζόμενα προβλήματα υγείας τάραξαν αυτήν, επηρεάζοντας τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική της ευεξία.
Παραδείγματα
The thought of losing her job was troubling her throughout the day.
Η σκέψη της απώλειας της δουλειάς της την αναστάτωνε όλη την ημέρα.
03
ενοχλώ, δημιουργώ δυσκολίες
to create difficulty, inconvenience, or disruption for someone
Transitive: to trouble sb
Παραδείγματα
The broken elevator troubled many residents who lived on higher floors.
Ο χαλασμένος ανελκυστήρας προκάλεσε προβλήματα σε πολλούς κατοίκους που ζούσαν στους υψηλότερους ορόφους.
04
ενοχλώ, προκαλώ δυσφορία
to cause someone physical discomfort or distress
Transitive: to trouble sb
Παραδείγματα
The headache troubled him all day, making it difficult to focus on his work.
Ο πονοκέφαλος τον ταλαιπώρησε όλη την ημέρα, δυσκολεύοντας τη συγκέντρωσή του στη δουλειά.
05
κόπτομαι, ασχολούμαι
to make the necessary effort or take the time to do something
Transitive: to trouble to do sth
Παραδείγματα
They did n’t trouble to check the facts before making their decision.
Δεν κόποιασαν να ελέγξουν τα γεγονότα πριν πάρουν την απόφασή τους.
Λεξικό Δέντρο
troublous
trouble



























