troubled
trou
ˈtrʌ
tra
bled
bəld
bēld
stubbledbestubbled

Ορισμός και σημασία του "troubled"στα αγγλικά

01

ανησυχημένος, τεταμένος

(of a person) feeling anxious or worried 
troubled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most troubled
συγκριτικός βαθμός
more troubled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She appeared troubled by the news of her friend's illness. 

Φαινόταν ανήσυχη από την είδηση της ασθένειας της φίλης της.

02

σε μπελάδες, με προβλήματα

having serious problems or difficulties 
Παραδείγματα
The troubled company filed for bankruptcy after months of financial losses. 

Η προβληματική εταιρεία υπέβαλε αίτηση πτώχευσης μετά από μήνες οικονομικών ζημιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store