Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
troubled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most troubled
συγκριτικός βαθμός
more troubled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, psychology, state
Παραδείγματα
She appeared troubled by the news of her friend's illness.
Φαινόταν ανήσυχη από την είδηση της ασθένειας της φίλης της.
Παραδείγματα
The troubled company filed for bankruptcy after months of financial losses.
Η προβληματική εταιρεία υπέβαλε αίτηση πτώχευσης μετά από μήνες οικονομικών ζημιών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
untroubled
troubled
trouble



























