troubadour
Pronunciation
/ˈtɹubəˌdɔɹ/

Ορισμός και σημασία του "troubadour"στα αγγλικά

01

τροβαδούρος, τραγουδιστής περιπλανώμενος

a person who wanders around and sings old and local songs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
troubadours
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store