troubadour
troubadour
tru:bədʊə
troobēdue

Ορισμός και σημασία του "troubadour"στα αγγλικά

01

τροβαδούρος, τραγουδιστής περιπλανώμενος

a person who wanders around and sings old and local songs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
troubadours

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store