Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
struggling
01
παλεύων, με δυσκολίες
facing challenges or hardships, often in the context of financial limitations or adversities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most struggling
συγκριτικός βαθμός
more struggling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The struggling artist took on multiple jobs to make ends meet while pursuing their passion.
Ο αγωνιζόμενος καλλιτέχνης ανέλαβε πολλές δουλειές για να τα βγάλει πέρα ενώ ακολουθούσε το πάθος του.
Λεξικό Δέντρο
struggling
struggle



























