struggling
strugg
ˈstrʌg
στραγκ
ling
lɪng
λινγκ
stragglingstrangling

Ορισμός και σημασία του "struggling"στα αγγλικά

struggling
01

παλεύων, με δυσκολίες

facing challenges or hardships, often in the context of financial limitations or adversities 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most struggling
συγκριτικός βαθμός
more struggling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
situation, effort, difficulty
Παραδείγματα
The struggling artist took on multiple jobs to make ends meet while pursuing their passion. 

Ο αγωνιζόμενος καλλιτέχνης ανέλαβε πολλές δουλειές για να τα βγάλει πέρα ενώ ακολουθούσε το πάθος του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

struggling
struggle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store