Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
struggling
01
παλεύων, με δυσκολίες
facing challenges or hardships, often in the context of financial limitations or adversities
Παραδείγματα
Despite her best efforts, the entrepreneur's struggling startup faced fierce competition and financial setbacks.
Παρά τις καλύτερες προσπάθειές της, η αγωνιζόμενη startup της επιχειρηματία αντιμετώπισε άγρια ανταγωνισμό και οικονομικά εμπόδια.
Λεξικό Δέντρο
struggling
struggle



























