struggling
Pronunciation
/ˈstɹəɡəɫɪŋ/, /ˈstɹəɡɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "struggling"στα αγγλικά

struggling
01

παλεύων, με δυσκολίες

facing challenges or hardships, often in the context of financial limitations or adversities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most struggling
συγκριτικός βαθμός
more struggling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite her best efforts, the entrepreneur's struggling startup faced fierce competition and financial setbacks.
Παρά τις καλύτερες προσπάθειές της, η αγωνιζόμενη startup της επιχειρηματία αντιμετώπισε άγρια ανταγωνισμό και οικονομικά εμπόδια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store