Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Strumming
01
κρούση, τσιμπάλισμα
the act of moving fingers or something like a pick across the strings of a musical instrument, such as a guitar, to make sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His fast strumming made the song exciting.
Το γρήγορο κουτέλισμα του έκανε το τραγούδι συναρπαστικό.
Λεξικό Δέντρο
strumming
strum



























