struggle
stru
ˈstrʌ
stra
ggle
gəl
gēl
stragglestrangle

Ορισμός και σημασία του "struggle"στα αγγλικά

01

αγώνας, προσπάθεια

a great effort to fight back or break free 
struggle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
struggles
Παραδείγματα
The prisoner's struggle to break free from his chains showed his determination to escape. 

Ο αγώνας του κρατουμένου να ελευθερωθεί από τις αλυσίδες του έδειξε την αποφασιστικότητά του να δραπετεύσει.

02

σύγκρουση, αντιπαράθεση

a confrontation or clash between opposing groups or individuals 
Παραδείγματα
There was a struggle between the rival gangs in the alley. 

Υπήρξε μια μάχη μεταξύ των αντιπάλων συμμοριών στο σοκάκι.

03

αγώνας, προσπάθεια

a strenuous effort, especially involving difficulty or exertion 
Παραδείγματα
He made a struggle to lift the heavy box. 

Έκανε μια προσπάθεια για να σηκώσει το βαρύ κουτί.

to struggle
01

αγωνίζομαι, προσπαθώ

to put a great deal of effort to overcome difficulties or achieve a goal 
Transitive: to struggle to do sth
to struggle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
struggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
struggles
ενεστώτα μετοχή
struggling
απλός αόριστος
struggled
παθητική μετοχή
struggled
Παραδείγματα
He struggled to lift the heavy box onto the shelf, but with determination, he eventually succeeded. 

Πάλεψε να σηκώσει το βαρύ κουτί στο ράφι, αλλά με αποφασιστικότητα, τελικά τα κατάφερε.

02

παλεύω, αγωνίζομαι

to argue or compete with someone or something, particularly to get something specific 
Intransitive: to struggle with sb
Παραδείγματα
The workers struggled with management over better wages and working conditions. 

Οι εργαζόμενοι αγωνίστηκαν με τη διοίκηση για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας.

03

αγωνίζομαι, παλεύω

to move forward or make progress with difficulty 
Intransitive
Παραδείγματα
She struggled through the thick mud, determined to reach the finish line. 

Αγωνίστηκε να διασχίσει τον παχύ λάσπη, αποφασισμένη να φτάσει στη γραμμή του τέρματος.

04

παλεύω, αγωνίζομαι

to engage in a violent fight with someone, especially to get out of a difficult situation 
Intransitive
Παραδείγματα
He struggled with the thief, trying to wrestle the bag away. 

Πάλεψε με τον κλέφτη, προσπαθώντας να του πάρει την τσάντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store