Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
structured
01
δομημένος, οργανωμένος
having a clear and highly organized arrangement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most structured
συγκριτικός βαθμός
more structured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The structured settlement provided regular payments over a predetermined period.
Η δομημένη διευθέτηση παρείχε τακτικές πληρωμές σε μια προκαθορισμένη περίοδο.
02
δομημένος, οργανωμένος
resembling a living organism in organization or development
Λεξικό Δέντρο
unstructured
structured
structure



























