Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
methodical
01
μεθοδικός, συστηματικός
done in a careful, systematic, and organized manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most methodical
συγκριτικός βαθμός
more methodical
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
process, behavior, work
Παραδείγματα
The scientist conducted her research in a methodical way, recording data systematically and following a precise methodology.
Ο επιστήμονας πραγματοποίησε την έρευνά της με μεθοδικό τρόπο, καταγράφοντας δεδομένα συστηματικά και ακολουθώντας μια ακριβή μεθοδολογία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
methodically
methodicalness
unmethodical
methodical



























