methodical
me
tho
ˈθɒ
tho
di
di
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "methodical"στα αγγλικά

methodical
01

μεθοδικός, συστηματικός

done in a careful, systematic, and organized manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most methodical
συγκριτικός βαθμός
more methodical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientist conducted her research in a methodical way, recording data systematically and following a precise methodology. 

Ο επιστήμονας πραγματοποίησε την έρευνά της με μεθοδικό τρόπο, καταγράφοντας δεδομένα συστηματικά και ακολουθώντας μια ακριβή μεθοδολογία.

02

μεθοδικός, συστηματικός

(of a person) approaching tasks in a systematic and deliberate manner 
Παραδείγματα
He is a methodical worker, always planning each step carefully. 

Είναι ένας μεθοδικός εργαζόμενος, που σχεδιάζει πάντα κάθε βήμα προσεκτικά.

Λεξικό Δέντρο

methodically
methodicalness
unmethodical
methodical
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store