structured
structured
'strʌkʧəd
strakchēd

Ορισμός και σημασία του "structured"στα αγγλικά

structured
01

δομημένος, οργανωμένος

having a clear and highly organized arrangement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most structured
συγκριτικός βαθμός
more structured
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
organization, systems, education
Παραδείγματα
The structured curriculum provided a clear outline of the course material. 

Το δομημένο πρόγραμμα σπουδών παρείχε μια σαφή περιγραφή του υλικού του μαθήματος.

02

δομημένος, οργανωμένος

resembling a living organism in organization or development 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unstructured
structured
structure
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store