Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
troublesome
01
ενοχλητικός, προβληματικός
causing problems, difficulties, or annoyance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most troublesome
συγκριτικός βαθμός
more troublesome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Finding a solution to the troublesome issue proved to be more challenging than expected.
Η εύρεση λύσης στο προβληματικό ζήτημα αποδείχθηκε πιο δύσκολη από ό,τι αναμενόταν.
Λεξικό Δέντρο
troublesomeness
untroublesome
troublesome



























