Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
troublesome
01
ενοχλητικός, προβληματικός
causing problems, difficulties, or annoyance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most troublesome
συγκριτικός βαθμός
more troublesome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The troublesome leak in the roof required immediate repair to prevent further damage.
Η ενοχλητική διαρροή στην οροφή απαιτούσε άμεση επισκευή για την αποφυγή περαιτέρω ζημιών.
Λεξικό Δέντρο
troublesomeness
untroublesome
troublesome



























