Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
problematic
01
προβληματικός, δύσκολος
presenting difficulties or concerns, often requiring careful consideration or attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most problematic
συγκριτικός βαθμός
more problematic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The weather conditions were problematic for the hikers trying to reach the summit.
Οι καιρικές συνθήκες ήταν προβληματικές για τους πεζοπόρους που προσπαθούσαν να φτάσουν στην κορυφή.
02
προβληματικός, αμφιλεγόμενος
subject to doubt or disagreement
Παραδείγματα
It is problematic whether the new policy will have the desired effects.
Είναι προβληματικό αν η νέα πολιτική θα έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα.
03
προβληματικός, αμφιλεγόμενος
offensive due to its controversial or inappropriate nature
Παραδείγματα
The movie's problematic scenes were criticized for being offensive.
Οι προβληματικές σκηνές της ταινίας επικρίθηκαν για το ότι ήταν προσβλητικές.
Problematic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
problematics
Παραδείγματα
The environmental problematic explores the impact of pollution on ecosystems.
Η περιβαλλοντική προβληματική διερευνά την επίδραση της ρύπανσης στα οικοσυστήματα.
Λεξικό Δέντρο
problematical
unproblematic
problematic
problem



























