Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arguable
01
διαφιλονικούμενος, αμφισβητήσιμος
open to question and disagreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most arguable
συγκριτικός βαθμός
more arguable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argument, evaluation, opinion
Παραδείγματα
The decision to raise taxes is arguable, with people holding different opinions on the matter.
Η απόφαση να αυξηθούν οι φόροι είναι αμφιλεγόμενη, με τους ανθρώπους να έχουν διαφορετικές απόψεις για το θέμα.
02
διαφιλονικούμενος, αμφισβητήσιμος
(of an ideology or opinion) not certain and could be backed up by facts and reasons
Παραδείγματα
The fairness of the election is arguable, with different viewpoints on the matter.
Η δικαιοσύνη της εκλογής είναι αμφισβητήσιμη, με διαφορετικές απόψεις για το θέμα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
arguably
inarguable
unarguable
arguable
argue



























