argillite
ar
ɑ:
aa
gil
ʤɪl
jil
lite
laɪt
lait

Ορισμός και σημασία του "argillite"στα αγγλικά

01

αργιλλίτης, πηλόλιθος

a type of rock formed from clay minerals that have been compressed and hardened over time, creating a dense and often smooth-textured material 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
argillites
Παραδείγματα
The artist displayed a stunning sculpture carved from a single piece of argillite, highlighting its smooth, slate-like texture. 

Ο καλλιτέχνης επέδειξε ένα εντυπωσιακό γλυπτό λαξευμένο από ένα μόνο κομμάτι αργιλλίτη, τονίζοντας την ομαλή, σχιστόλιθου υφή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store