arguable
ar
ˈɑ:
aa
guable
gjuəbl
gyooēbl

Ορισμός και σημασία του "arguable"στα αγγλικά

01

διαφιλονικούμενος, αμφισβητήσιμος

open to question and disagreement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most arguable
συγκριτικός βαθμός
more arguable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decision to raise taxes is arguable, with people holding different opinions on the matter. 

Η απόφαση να αυξηθούν οι φόροι είναι αμφιλεγόμενη, με τους ανθρώπους να έχουν διαφορετικές απόψεις για το θέμα.

02

διαφιλονικούμενος, αμφισβητήσιμος

(of an ideology or opinion) not certain and could be backed up by facts and reasons 
Παραδείγματα
The fairness of the election is arguable, with different viewpoints on the matter. 

Η δικαιοσύνη της εκλογής είναι αμφισβητήσιμη, με διαφορετικές απόψεις για το θέμα.

Λεξικό Δέντρο

arguably
inarguable
unarguable
arguable
argue
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store