Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arguable
01
διαφιλονικούμενος, αμφισβητήσιμος
open to question and disagreement
Παραδείγματα
The effectiveness of the proposed solution is arguable, as it has both supporters and critics.
Η αποτελεσματικότητα της προτεινόμενης λύσης είναι αμφισβητήσιμη, καθώς έχει και υποστηρικτές και επικριτές.
02
διαφιλονικούμενος, αμφισβητήσιμος
(of an ideology or opinion) not certain and could be backed up by facts and reasons
Παραδείγματα
The team 's chances of winning the tournament are arguable, depending on their upcoming matches.
Οι πιθανότητες της ομάδας να κερδίσει το τουρνουά είναι αμφισβητήσιμες, ανάλογα με τους επερχόμενους αγώνες τους.
Λεξικό Δέντρο
arguably
inarguable
unarguable
arguable
argue



























