Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disputable
01
διαφιλονικούμενος, αμφισβητήσιμος
not yet proven true or right
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disputable
συγκριτικός βαθμός
more disputable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician ’s statement was disputable, leading to widespread controversy.
Η δήλωση του πολιτικού ήταν αμφισβητήσιμη, οδηγώντας σε ευρεία διαμάχη.
02
διαμφισβητήσιμος, συζητήσιμος
open to argument or debate
Λεξικό Δέντρο
indisputable
undisputable
disputable
dispute



























