Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disproportionate
01
αναλογικός, άδικος
not in proper relation or balance to something else
Παραδείγματα
The amount of homework assigned by the teacher seemed disproportionate, leaving students overwhelmed with workload.
Η ποσότητα της εργασίας που ανέθεσε ο δάσκαλος φαινόταν δυσανάλογη, αφήνοντας τους μαθητές κατακλυσμένους από το φόρτο εργασίας.
02
δυσανάλογος, εκτός αναλογίας
out of proportion
Λεξικό Δέντρο
disproportionate
proportionate



























