Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disproportionate
01
αναλογικός, άδικος
not in proper relation or balance to something else
Παραδείγματα
The punishment seemed disproportionate to the offense, as a simple mistake shouldn't warrant such severe consequences.
Η τιμωρία φαινόταν δυσανάλογη σε σχέση με το αδίκημα, καθώς ένα απλό λάθος δεν θα έπρεπε να επιφέρει τόσο σοβαρές συνέπειες.
02
δυσανάλογος, εκτός αναλογίας
out of proportion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disproportionate
συγκριτικός βαθμός
more disproportionate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
disproportionate
proportionate



























