Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dispossession
01
απαλλοτρίωση, αφαίρεση ιδιοκτησίας
the act of taking a property of high value such as a piece of land or a building away from a person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
απελευθέρωση από κακά πνεύματα, εξορκισμός
freeing from evil spirits
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dispossession
possession
possess



























