disposal
dis
ˈdɪs
dis
po
pəʊ
pew
sal
zəl
zēl
dispersal

Ορισμός και σημασία του "disposal"στα αγγλικά

01

απόρριψη, διαχείριση αποβλήτων

the act of getting rid of waste material 
disposal definition and meaning
Παραδείγματα
Proper disposal of hazardous waste is crucial to protect the environment and human health. 

Η σωστή διάθεση των επικίνδυνων αποβλήτων είναι κρίσιμη για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας.

02

απορριμματοθραύστης, συσκευή άλεσης απορριμμάτων

a kitchen appliance that grinds food waste so it can be washed down the drain 
disposal definition and meaning
Παραδείγματα
He always runs cold water before turning on the disposal to clear out scraps. 

Πάντα αφήνει να τρέχει κρύο νερό πριν ενεργοποιήσει τον απορριμματοδιαλύτη για να καθαρίσει τα υπολείμματα.

03

διάθεση, χρήση

the authority or means to make use of something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disposals
Παραδείγματα
The CEO put the company car at her disposal for business trips. 

Ο Διευθύνων Σύμβουλος έβαλε το εταιρικό αυτοκίνητο στη διάθεσή της για επαγγελματικά ταξίδια.

04

διαχείριση, διοίκηση

the management or arrangement of an organization's affairs, especially its business operations 
Παραδείγματα
The disposal of the firm's overseas branches required approval from the board. 

Η διάθεση των υπερπόντιων υποκαταστημάτων της εταιρείας απαιτούσε έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο.

05

διάταξη, τοποθέτηση

the act or process of arranging or positioning things in a particular way 
Παραδείγματα
She meticulously planned the disposal of her books on the shelf, arranging them by genre and size. 

Σχεδίασε μεθοδικά την τοποθέτηση των βιβλίων της στο ράφι, ταξινομώντας τα ανά είδος και μέγεθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store