Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disposal
01
απόρριψη, διαχείριση αποβλήτων
the act of getting rid of waste material
Παραδείγματα
The landfill site is designated for the disposal of non-recyclable materials.
Η χωματερή είναι προορισμένη για την απόρριψη μη ανακυκλώσιμων υλικών.
02
απορριμματοθραύστης, συσκευή άλεσης απορριμμάτων
a kitchen appliance that grinds food waste so it can be washed down the drain
Παραδείγματα
A quick flush after each use keeps the disposal odor-free.
Ένας γρήγορος ξέπλυμα μετά από κάθε χρήση διατηρεί τον απορροφητήρα απαλλαγμένο από οσμές.
03
διάθεση, χρήση
the authority or means to make use of something or someone
Παραδείγματα
He kept extra camping gear at his disposal in case last-minute plans arose.
Κρατούσε επιπλέον εξοπλισμό κατασκήνωσης στη διάθεσή του σε περίπτωση που προέκυπταν σχέδια τελευταίας στιγμής.
04
διαχείριση, διοίκηση
the management or arrangement of an organization's affairs, especially its business operations
Παραδείγματα
We 're reviewing the disposal of last quarter's budget before setting next year's goals.
Εξετάζουμε τη διαχείριση του προϋπολογισμού του τελευταίου τριμήνου πριν από τον καθορισμό των στόχων για το επόμενο έτος.
05
διάταξη, τοποθέτηση
the act or process of arranging or positioning things in a particular way
Παραδείγματα
She supervised the disposal of the exhibits in the museum, ensuring each artifact was displayed properly.
Επίβλεψε τη διάταξη των εκθεμάτων στο μουσείο, διασφαλίζοντας ότι κάθε αντικείμενο εμφανίζεται σωστά.



























