to disprove
dis
dɪs
dis
prove
pruv
proov
disapprove

Ορισμός και σημασία του "disprove"στα αγγλικά

to disprove
01

ανασκευάζω, διαψεύδω

to show that something is false or incorrect 
Transitive: to disprove a claim
to disprove definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disprove
γ΄ ενικό πρόσωπο
disproves
ενεστώτα μετοχή
disproving
απλός αόριστος
disproved
παθητική μετοχή
disproved
Παραδείγματα
The scientist conducted experiments to disprove the theory. 

Ο επιστήμονας πραγματοποίησε πειράματα για να αποδείξει λανθασμένη τη θεωρία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disprover
disprove
prove
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store