disputable
dis
ˈdɪs
dis
pu
pju:
pyoo
ta
ble
bəl
bēl
disposabledisreputable

Ορισμός και σημασία του "disputable"στα αγγλικά

disputable
01

διαφιλονικούμενος, αμφισβητήσιμος

not yet proven true or right 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disputable
συγκριτικός βαθμός
more disputable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argument, truth, knowledge
Παραδείγματα
The scientist presented a disputable theory that sparked debate. 

Ο επιστήμονας παρουσίασε μια αμφισβητήσιμη θεωρία που πυροδότησε τη συζήτηση.

02

διαμφισβητήσιμος, συζητήσιμος

open to argument or debate 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

indisputable
undisputable
disputable
dispute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store