Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
troubled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most troubled
συγκριτικός βαθμός
more troubled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She seemed troubled by the recent changes in her relationship.
Φαινόταν ανήσυχη από τις πρόσφατες αλλαγές στη σχέση της.
Παραδείγματα
The troubled region has faced years of political unrest and violence.
Η προβληματική περιοχή έχει αντιμετωπίσει χρόνια πολιτικής αναταραχής και βίας.
Λεξικό Δέντρο
untroubled
troubled
trouble



























