Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Julienne
01
ζουλιέν
a vegetable cut into thin strips (usually used as a garnish)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
juliennes
02
μια καθαρή σούπα γαρνιρισμένη με λαχανικά κομμένα σε julienne
a clear soup garnished with julienne vegetables
to julienne
01
κοπή σε julienne
to cut food, especially vegetables, into thin, matchstick-sized strips
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
julienne
γ΄ ενικό πρόσωπο
juliennes
ενεστώτα μετοχή
julienning
απλός αόριστος
julienned
παθητική μετοχή
julienned
Παραδείγματα
The chef has julienned the potatoes for the crispy shoestring fries.
Ο σεφ έκοψε τις πατάτες σε ψιλές λωρίδες για τις τραγανές πατάτες shoestring.
julienne
01
κομμένο σε julienne
(of vegetables) cut into short narrow strips
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























