Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ériger
01
χτίζω, ανεγείρω
construire, élever ou mettre debout un bâtiment, un mur, un monument ou une structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
érige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
érigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
érigerai
ενεστώτα μετοχή
érigant
παθητική μετοχή
érigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
érigions
Παραδείγματα
Ce monument a été érigé au XIXᵉ siècle.
Αυτό το μνημείο ανεγέρθηκε τον 19ο αιώνα.
02
faire exister officiellement quelque chose par décision ou par règle
Παραδείγματα
Le texte érige cette pratique en règle générale.
03
υψώνω, ανεγείρω
considérer quelque chose comme une règle absolue, une valeur ou un modèle
Παραδείγματα
Cette société érige la performance en obsession.
Αυτή η κοινωνία ανυψώνει την απόδοση σε εμμονή.
04
αναγορεύω τον εαυτό μου ως, παρουσιάζω τον εαυτό μου ως
se présenter soi-même comme détenteur d'un rôle, d'une qualité ou d'une autorité, souvent sans légitimité reconnue
Παραδείγματα
Elle s' est érigée en modèle de réussite.
Αυτή ανέδειξε τον εαυτό της ως πρότυπο επιτυχίας.



























