Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ériger
01
χτίζω, ανεγείρω
construire, élever ou mettre debout un bâtiment, un mur, un monument ou une structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
érige
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
érigeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
érigerai
ενεστώτα μετοχή
érigant
παθητική μετοχή
érigé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
érigions
02
ιδρύω, θεσπίζω
faire exister officiellement quelque chose par décision ou par règle.
03
υψώνω, ανεγείρω
considérer quelque chose comme une règle absolue, une valeur ou un modèle
04
αναγορεύω τον εαυτό μου ως, παρουσιάζω τον εαυτό μου ως
se présenter soi-même comme détenteur d'un rôle, d'une qualité ou d'une autorité, souvent sans légitimité reconnue



























