l'érudition
érudition
eʁydisjɔ̃
erydisyaw
éruption

Ορισμός και σημασία του "érudition"στα γαλλικά

01

πολυμάθεια, σοφία

savoir approfondi acquis par l'étude et la lecture 
l'érudition definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son érudition en philosophie est impressionnante. 

Η πολυμάθειά του στη φιλοσοφία είναι εντυπωσιακή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store