l'érudition
Pronunciation
/eʁydisjˈɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "érudition"στα γαλλικά

01

πολυμάθεια, σοφία

savoir approfondi acquis par l'étude et la lecture
l'érudition definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Cette conférence a été un véritable moment d' érudition.
Αυτή η διάλεξη ήταν μια πραγματική στιγμή μαθητείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store