Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'érudition
01
πολυμάθεια, σοφία
savoir approfondi acquis par l'étude et la lecture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Cette conférence a été un véritable moment d' érudition.
Αυτή η διάλεξη ήταν μια πραγματική στιγμή μαθητείας.



























