Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
équitable
01
δίκαιος, ισότιμος
qui respecte l'égalité et la justice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus équitable
συγκριτικός βαθμός
plus équitable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
équitable
αρσενικό πληθυντικό
équitables
θηλυκό ενικό
équitable
θηλυκό πληθυντικό
équitables
Παραδείγματα
Le juge a rendu une décision équitable.
Ο δικαστής πήρε μια δίκαιη απόφαση.



























