Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
παίρνω, πιάνομαι
παίρνω μαζί μου, παίρνω
αγοράζω, αποκτώ
αγκαλιάζω, σφίγγω
επιλέγω, διαλέγω
κλέβω, αρπάζω
παγιδεύω, συλλαμβάνω
τρώω, πίνω
παίρνω, ανεβαίνω σε
αποδέχομαι
δέχομαι χτύπημα, υφίσταται κρούση
λαμβάνω υπόψη, λαμβάνω υπ' όψιν
πιάσω επ' αυτοφώρω, πιάσω
προκαλώ, καλώ σε μάχη ή διαγωνισμό
προσλαμβάνω, απασχολώ
νοικιάζω, ενοικιάζω
αναλαμβάνω, επιλαμβάνομαι
συμπεριφέρομαι, αντιμετωπίζω
παχαίνω, αυξάνω βάρος
κολλήσει, μπλοκάρει
απορροφώ, αφήνω να διεισδύσει
παίρνω, πιάζω
ριζώνω, εδραιώνομαι
χρεώνω, εκδίδω τιμολόγιο
ενεργεί, επιφέρει αποτέλεσμα
κολλήσει, κολλήσει
ξεκινώ, αρχίζω
αρχίζει να δείχνει, σταδιακά αποκτά
καταλαμβάνω, κατακτώ
παίρνω, μεταφέρω
παίρνω
συγχέω
αισθάνομαι, βιώνω
δέχομαι
παίρνω, απαιτώ
απορροφώ, καταλαμβάνω
περιέχω
στερεοποιούμαι, σκληραίνω
θεωρεί τον εαυτό του, πιστεύει ότι είναι
παίρνω, λαμβάνω



























