Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prenant
01
συναρπαστικός, γοητευτικός
qui capte l'attention ou suscite de l'intérêt
Παραδείγματα
Le spectacle était tellement prenant que personne ne parlait.
Η παράσταση ήταν τόσο συναρπαστική που κανείς δεν μιλούσε.
02
χρονοβόρος, απαιτητικός σε προσοχή
qui demande beaucoup de temps ou d'attention
Παραδείγματα
La formation est prenante mais utile.
Η εκπαίδευση είναι prenante αλλά χρήσιμη.



























