prenant
prenant
pʁənɑ̃
prēnaa
pronom

Ορισμός και σημασία του "prenant"στα γαλλικά

01

συναρπαστικός, γοητευτικός

qui capte l'attention ou suscite de l'intérêt 
prenant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus prenant
συγκριτικός βαθμός
plus prenant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prenant
αρσενικό πληθυντικό
prenants
θηλυκό ενικό
prenante
θηλυκό πληθυντικό
prenantes
Παραδείγματα
C'est un roman très prenant. 

Είναι ένα πολύ συναρπαστικό μυθιστόρημα.

02

χρονοβόρος, απαιτητικός σε προσοχή

qui demande beaucoup de temps ou d'attention 
Παραδείγματα
Ce projet est très prenant. 

Αυτό το έργο είναι πολύ χρονοβόρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store