Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prenant
01
συναρπαστικός, γοητευτικός
qui capte l'attention ou suscite de l'intérêt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus prenant
συγκριτικός βαθμός
plus prenant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prenant
αρσενικό πληθυντικό
prenants
θηλυκό ενικό
prenante
θηλυκό πληθυντικό
prenantes
Παραδείγματα
Le spectacle était tellement prenant que personne ne parlait.
Η παράσταση ήταν τόσο συναρπαστική που κανείς δεν μιλούσε.
02
χρονοβόρος, απαιτητικός σε προσοχή
qui demande beaucoup de temps ou d'attention
Παραδείγματα
La formation est prenante mais utile.
Η εκπαίδευση είναι prenante αλλά χρήσιμη.



























