Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décider
01
αποφασίζω, καθορίζω
prendre une décision après réflexion ou choisir une option
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décide
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décidons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déciderai
ενεστώτα μετοχή
décidant
παθητική μετοχή
décidé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décidions
Παραδείγματα
Il a décidé de quitter son ancien emploi.
Αυτός αποφάσισε να αφήσει την παλιά του δουλειά.
02
αποφασίζω, καθορίζω
déterminer officiellement une date, un règlement, ou une règle
Παραδείγματα
Le comité a décidé la date de la réunion.
Η επιτροπή αποφάσισε την ημερομηνία της συνάντησης.
03
αναγκάζω, επιβάλλω
forcer quelqu'un à faire quelque chose ou obliger à agir
Παραδείγματα
La situation l'a décidé à accepter l'offre.
Η κατάσταση τον αποφάσισε να δεχτεί την προσφορά.
04
αποφασίζω, καθορίζω
prendre enfin une décision après hésitation ou choisir une option
Παραδείγματα
Elle s'est décidée à accepter l'invitation.
Αυτή αποφάσισε να δεχτεί την πρόσκληση.



























