Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
balancer
01
κουνώ, ταλαντεύω
faire bouger régulièrement d'avant en arrière ou de côté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
balance
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
balançons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
balancerai
παθητική μετοχή
balancé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
balancions
Παραδείγματα
Ne balance pas ta tasse, tu vas renverser le café !
02
απαλλάσσομαι από, ξεφορτώνομαι
se débarrasser de quelque chose ou quelqu'un de manière abrupte
Παραδείγματα
Balance ces idées stupides !
Απαλλάξου από αυτές τις ηλίθιες ιδέες.
03
διστάζω
hésiter entre deux options, être incertain dans sa décision
Παραδείγματα
Je balance encore sur mon choix de carrière.
Ακόμα διστάζω για την επιλογή καριέρας μου.
04
κουνιέμαι, κουνιέμαι στην κούνια
se mouvoir en avant et en arrière ou latéralement comme une balançoire
Παραδείγματα
Il se balance sur sa chaise sans se lever.
Κουνιέται στην καρέκλα του χωρίς να σηκωθεί.
05
ισορροπώ, διατηρώ την ισορροπία
maintenir ou rétablir l'équilibre de quelque chose
Παραδείγματα
Elle balance son vélo en roulant lentement.
Ισορροπεί το ποδήλατό της ενώ οδηγεί αργά.



























