Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
balader
01
περιπατώ, βόλτα
se promener sans but précis, pour le plaisir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
balade
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
baladons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
baladerai
ενεστώτα μετοχή
baladant
παθητική μετοχή
baladé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
baladions
Παραδείγματα
On s'est baladés en bord de mer toute la matinée.
Περπατήσαμε κατά μήκος της θάλασσας όλο το πρωί.



























