Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le balai
[gender: masculine]
01
σκούπα, βούρτσα
outil servant à nettoyer le sol en poussant la poussière ou les saletés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
balais
Παραδείγματα
Le balai doit être bien entretenu pour durer longtemps.
Η σκούπα πρέπει να συντηρείται καλά για να διαρκέσει πολύ.



























